αὐτουργός

αὐτουργ-ός, όν,
A self-working,

αὐτουργῷ χερί S.Ant.52

, cf. Aen.Tact.18.2;

αὐ. βίος D.H.10.19

.
2 mostly Subst., one who works his land himself (not by slaves), husbandman, E.Or.920, Th.1.141, X.Oec. 5.4, etc.: generally, one who works for himself, Pl. R.565a, Arist.Rh.1381a24.
b metaph., αὐ. τῆς φιλοσοφίας one that has worked at philosophy by himself, without a teacher, X.Smp. 1.5; αὐ. τῆς ταλαιπωρίας engaging in hard service oneself, Plb.3.17.8: [comp] Sup., Jul.ad Them.264a.
II [voice] Pass., self-wrought, i. e. rudely wrought, D.H.Dem.39, Comp.19 ([comp] Comp.); simple, native,

μέλος AP 9.264

(Apollonid. or Phil.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτουργός — self working masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτουργός — ο, η αυτός που κάνει κάτι με το ίδιο του το χέρι: Πιάστηκε ο αυτουργός του εγκλήματος· «ηθικός αυτουργός», αυτός που παρακίνησε το δράστη στην εκτέλεση του εγκλήματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυτουργός — ή, ό (AM αὐτουργός, όν) νεοελλ. (κυρίως ως ουσ.) εκείνος που πραγματώνει με δική του ενέργεια ή παράλειψη την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος ή ενεργεί πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσής του αρχ. μσν. 1. αυτός που ενεργεί μόνος του, χωρίς… …   Dictionary of Greek

  • ηθικός αυτουργός — Όρος του ποινικού δικαίου. Χαρακτηρίζει εκείνον που προκαλεί (με πρόθεση) σε άλλον την απόφαση για τη διάπραξη μιας άδικης πράξης. Τιμωρείται με την ίδια ποινή (ως αντικειμενικό πλαίσιο) με την οποία τιμωρείται και ο αυτουργός (άρθρο 46, παρ. 1 Π …   Dictionary of Greek

  • αὐτουργότερον — αὐτουργός self working adverbial comp αὐτουργός self working masc acc comp sg αὐτουργός self working neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργόν — αὐτουργός self working masc/fem acc sg αὐτουργός self working neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργότατον — αὐτουργός self working masc acc superl sg αὐτουργός self working neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργοί — αὐτουργός self working masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργούς — αὐτουργός self working masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργά — αὐτουργός self working neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτουργέ — αὐτουργός self working masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.